Πέμπτη 20 Οκτωβρίου 2016

Και τώρα τι;

Πετάς το τσιγάρο αναμένο. Γυρίζεις πλάτη και προχωράς. Φεύγεις. Αφήνεις πίσω σου δυό μάτια που στάζουν δάκρυα και πόδια που ριζώνουν. Εκεί. Εκεί που δεν γύρισες ποτέ να δεις τα χαμόγελα που έσβησαν. Εκεί που άφησες τα όνειρα που κάνατε μαζί. Εκεί που τα φιλιά σταμάτησαν μετά από μια λέξη. Και τώρα τι;


Σκέφτεσαι. Σκέφτεσαι τις στιγμές που περάσατε μαζί. Τα πρωινά φιλιά κάτω από το πάπλωμα και τις στριμωγμένες αγκαλιές στον καναπέ μετά από ταινία. Τα αμέτρητα μηνύματα στο κινητό και τις κλήσεις που δεν έκλειναν όταν δεν ήσασταν μαζί. Αλλά όχι. Δεν ήσασταν δα και για πολλά. Μια βόλτα στο κέντρο το πολύ. Ένα βράδυ με θέα την Ακρόπολη. Όπως όλοι. Ένα φιλί για καλημέρα και γρήγορα ρούχα και ζωές διαφορετικές. Διαφορετικοί δρόμοι. Και τώρα τι;


Απλά φωτογραφίζω τις μέρες που δεν είσαι εδώ. Να έχω κάτι να σου δείξω όταν έρθεις.

Τετάρτη 12 Οκτωβρίου 2016

Κατάπιε ο βόας τον ελέφαντα

Μόνος. Ξημερώματα. Περιμένω να βγει ο ήλιος.  Από μικρός. Με έβαζε η μάνα για ύπνο, με σκέπαζε, με φίλαγε γλυκά στο μέτωπο κι εγώ έπρεπε να κοιμηθώ. Κι όμως, δεν κοιμόμουν. Ήμουν μόνος. Και περίμενα να βγει ο ήλιος. Σαν να με πήραζε η νύχτα. Σαν να ήθελα να ζω όλες τις ώρες της ημέρας. Να μην κοιμάμαι. Έτσι και τώρα. Τα τσιγάρα στο τασάκι πληθένουν. Σβήνουν κι ανάβουν. Σβήνουν κι ανάβουν. Ανάσες αυπνίες με καπνό. Πολύ καπνό. Δείχνουν ότι μεγαλώνω.


Μεγαλώνω; Χμ. Τι βαριά λέξη. Αποκτάς μια ιδιότητα, έναν τίτλο, ένα περίεργο συναίσθημα. Είναι βαρύ να μεγαλώνεις. Φεύγεις από την αγκαλιά της μάνας. Πρέπει να είσαι μόνος. Να προσπαθείς να ζήσεις μόνος. Και η μάνα στο τηλέφωνο πια. Την ακους να γκρινιάζει που μεγάλωσες. Καπνός. Καπνός τα χρόνια που φύγαν και καπνός τα χρόνια που θα έρθουν. Περνάει γρήογρα ο καιρός και εσύ μεγαλώνεις. Εσύ, εγώ. Μόνος.


Τα τσιγάρα στο τασάκι πληθένουν. Μαζί κι οι στάχτες αναμνήσεις σου. Οι καλές και οι κακές. Καίγονται. Φλέγονται σαν τ’αστέρια. Που έβλεπα μικρός να πέφτουν. Έχω καιρό να δω αστέρια να πέφτουν. Μεγάλωσα. Μεγάλωσα αρκετά για να πιστεύω πια στις ευχές που έκανα για κάθε αστέρι που πέφτει. Πάνε οι μικροί πρίγκιπες, οι αλεπούδες και τα τριαντάφυλλα. Κάηκαν κι αυτά. Μαζί με τα βιβλία που βλέπεις καμμένα και σκισμένα δίπλα σε κάδους έξω από τα σχολεία την τελευταία μέρα.


Κατάπιε ο βόας τον ελέφαντα. Σβήνουν κι ανάβουν. Σβήνουν κι ανάβουν.