Μόνος.
Ξημερώματα. Περιμένω να βγει ο ήλιος.
Από μικρός. Με έβαζε η μάνα για ύπνο, με σκέπαζε, με φίλαγε γλυκά στο μέτωπο
κι εγώ έπρεπε να κοιμηθώ. Κι όμως, δεν κοιμόμουν. Ήμουν μόνος. Και περίμενα να
βγει ο ήλιος. Σαν να με πήραζε η νύχτα. Σαν να ήθελα να ζω όλες τις ώρες της
ημέρας. Να μην κοιμάμαι. Έτσι και τώρα. Τα τσιγάρα στο τασάκι πληθένουν.
Σβήνουν κι ανάβουν. Σβήνουν κι ανάβουν. Ανάσες αυπνίες με καπνό. Πολύ καπνό.
Δείχνουν ότι μεγαλώνω.
Μεγαλώνω; Χμ. Τι
βαριά λέξη. Αποκτάς μια ιδιότητα, έναν τίτλο, ένα περίεργο συναίσθημα. Είναι
βαρύ να μεγαλώνεις. Φεύγεις από την αγκαλιά της μάνας. Πρέπει να είσαι μόνος.
Να προσπαθείς να ζήσεις μόνος. Και η μάνα στο τηλέφωνο πια. Την ακους να
γκρινιάζει που μεγάλωσες. Καπνός. Καπνός τα χρόνια που φύγαν και καπνός τα
χρόνια που θα έρθουν. Περνάει γρήογρα ο καιρός και εσύ μεγαλώνεις. Εσύ, εγώ.
Μόνος.
Τα τσιγάρα στο
τασάκι πληθένουν. Μαζί κι οι στάχτες αναμνήσεις σου. Οι καλές και οι κακές.
Καίγονται. Φλέγονται σαν τ’αστέρια. Που έβλεπα μικρός να πέφτουν. Έχω καιρό να
δω αστέρια να πέφτουν. Μεγάλωσα. Μεγάλωσα αρκετά για να πιστεύω πια στις ευχές
που έκανα για κάθε αστέρι που πέφτει. Πάνε οι μικροί πρίγκιπες, οι αλεπούδες
και τα τριαντάφυλλα. Κάηκαν κι αυτά. Μαζί με τα βιβλία που βλέπεις καμμένα και
σκισμένα δίπλα σε κάδους έξω από τα σχολεία την τελευταία μέρα.
Κατάπιε ο βόας τον ελέφαντα. Σβήνουν κι ανάβουν. Σβήνουν κι ανάβουν.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου